Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι, Νικόλας Άσιμος

Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι, Νικόλας Άσιμος

Πραγματικό όνομα: Νικόλαος Ασημόπουλος
Επάγγελμα: Στιχουργός, συνθέτης, τραγουδιστής
Τόπος Γέννησης: Θεσσαλονίκη
Καταγωγή: Κοζάνη
Ημερομηνία γέννησης: 20 Αυγούστου 1949
Ημερομηνία θανάτου: 17 Μαρτίου 1988 (39 ετών)
Αιτία Θανάτου: Αυτοκτονία – Aπαγχονισμός

«Ρε μπαγάσα! Περνάς καλά εκεί πάνω; Κάνε πάσα καμιά ματιά και χάμω, ‘κει που κοιμάσαι και αρμενίζεις ξάφνου αστράφτεις και μπουμπουνίζεις κι ότι σου’ρθει κατεβάζεις μη θαρρείς πως με ταράζεις.»



Ο Νικόλας Άσημος έχει χαρακτηριστεί ως τροβαδούρος των Εξαρχείων και μοναχικός καλλιτέχνης. Η ζωή του ήταν γεμάτη περιπέτειες – αμφισβητήσεις, εγκλεισμό στο ψυχιατρείο, κατηγορία για βιασμό. Ένας ρομαντικός ακτιβιστής για κάποιους, γραφικός για άλλους. Ο ίδιος έλεγε για τον εαυτό του: «Δεν είμαι συνθέτης, είμαι πλην-θέτης».

Μεγάλωσε στην Κοζάνη και ως έφηβος διακρίθηκε στο άλμα εις ύψος και στο ποδόσφαιρο. Αργότερα πήγε στη Θεσσαλονίκη για να σπουδάσει στο Νεοελληνικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής. Τότε ασχολήθηκε και με τη δημοσιογραφία, όπου και χρησιμοποίησε για πρώτη φορά το ψευδώνυμο Άσιμος. Ήταν αυτοδίδακτος μουσικός και εμφανιζόταν σε μπουάτ με την κιθάρα του, αλλά τα τραγούδια του είχαν απαγορευμένους στίχους για εκείνη την εποχή.

Το 1973 πήγε στην Αθήνα, χωρίς όμως να πάρει ποτέ πτυχίο. Το 1975 κυκλοφόρησε τον πρώτο του δίσκο ή μάλλον δισκάκι 45 στροφών. Μετά ακολούθησαν 8 κασέτες, τις οποίες ηχογραφούσε ο Στέλιος Λογοθέτης, τεχνικός του ΟΤΕ και ο Άσιμος τις πουλούσε στο Πολυτεχνείο για να καλύπτει τα έξοδά του.

Εκεί, στους δρόμους της Αθήνας και στα στενά των Εξαρχείων ο Άσιμος έδειξε όλες τις καλλιτεχνικές του ανησυχίες με δρώμενα. Ο κόσμος τον έβλεπε να ανεβαίνει σε μία σκάλα που δε στηριζόταν πουθενά, να τραγουδάει με τους φίλους του, αλλά και να περπατάει με μία μαγκούρα.

Ζούσε όμως σε μία εποχή που δεν είχε την ελευθερία να εκφραστεί καλλιτεχνικά και ακτιβιστικά. Η Ελλάδα είχε Χούντα και ο Άσιμος είχε συλληφθεί πολλές φορές για αυτά που έκανε. Χαρακτηριστική ήταν η σύλληψή του, όταν τον Οκτώβριο του 1981, που η Ελλάδα ετοιμαζόταν για μία πολιτική αλλαγή και ο ίδιος πήγε στη Βουλή και προσκάλεσε τους βουλευτές σε ποδοσφαιρικό αγώνα. Αλλά και το πλακάτ που είχε γράψει για την κουδούνα που είχε και το οποίο έγραφε: «Αψηφίστε τα πάντα. Μια κουδούνα ξέρει παραπάνω. Ξέρει τουλάχιστον να κουδουνά. Τι ξέρουν οι άλλοι; Ψηφίστε την κουδούνα.».

Αίσθηση είχε προκαλέσει η κίνησή του, να ξαπλώσει σε ένα φουσκωτό στρώμα μέσα στη μέση του δρόμου, για να εμποδίσει τους αστυνομικούς να συλλάβουν κάποιους αναρχικούς και αντιεξουσιαστές. Δεν ανήκε όμως στις συγκεκριμένες ομάδες. Προσπάθησε, αλλά δεν κατάφερε να ενταχθεί. Αντιστεκόταν σε οτιδήποτε διαφωνούσε και προσπαθούσε να αφυπνίσει τον κόσμο γύρω του. Εκείνη την εποχή κατάφερε να βγάλει ταυτότητα γράφοντας στο θρήσκευμα… άθεος.

Η μοναχικότητα του και οι προσπάθειες του να εκφράσει τις ανησυχίες του είναι ίσως οι αιτίες των ψυχολογικών μεταπτώσεών του και των ψυχολογικών προβλημάτων που τον οδήγησαν μέχρι και στο Δαφνί. Η μέρα όμως που κατέρρευσε ήταν η Τρίτη 9 Ιουνίου 1987, όταν η Ελλάδα ξύπνησε έχοντας στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων την είδηση «Ο Άσιμος βίασε φοιτήτρια». Ήταν η αρχή του τέλους. Ίσως ήταν το τελειωτικό του χτύπημα, ίσως κανένας μας να μην κατάλαβε ποιοι ήταν οι Κροκάνθρωποι για τους οποίους μιλούσε, ίσως να ήθελε να αλλάξει την Ελλάδα σε μία εποχή που δεν μπορούσε ένας πολίτης να το επιτύχει, ίσως να έπρεπε να ζει σε άλλη εποχή, ίσως…ίσως…ίσως… Όλα τελείωσαν στις 17 Μαρτίου 1988. Η ιατροδικαστική έκθεση έγραψε «απαγχωνισμός» και το γράμμα του Άσιμου: «Μη θελήσετε να με κρίνετε, ούτε να στεναχωρηθείτε. Έπρεπε να βάλω ένα τέλος. Είναι καλύτερα για όλους.»